Άγγελέ μου, Φύλακά μου, Σκέπος κ Βοήθειά μου με το θάρρος σε φωνάζω κ Προστάτη μου σε κράζω: Φώτισέ με,Φύλαξέ με Ισχυρά Προστάτεψέ με!(πρωινή προσευχή)




zwani.com myspace graphic comments








ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ
ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΣΥΓΧΩΡΟΥΜΕ ...
ΕΝΩ ΠΟΝΑΜΕ!!!!

Η ΑΓΑΠΗ Μ Ε Τ Ρ Ι Ε Τ Α Ι ΜΕ Ο,ΤΙ ΑΠΑΡΝΙΕΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΓΙΑ ΧΑΡΗ ΤΗΣ........
....ΕΣΤΩ Κ ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗΝ Α Γ Α Π Η........


Η ΑΓΑΠΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑ ΝΑ ΕΞΑΤΜΙΣΤΕΙ....



Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013


Το πρόγραμμα του Συριανού Καρναβαλιού





syriano karnavali 2

Το πρόγραμμα του Συριανού Καρναβαλιού παρουσίασε ο πρόεδρος του Οργανισμού Πολιτισμού Αθλητισμού Σύρου,Γιάννης Κεράνης σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε στα τοπικά ΜΜΕ. Όπως έχει γραφτεί και σε προηγούμενο ρεπορτάζ, οι φετινές εκδηλώσεις θα ξεκινήσουν στις 16 Μαρτίου και θα ολοκληρωθούν στις 19 του ίδιου μήνα.

Αξιοσημείωτο είναι  η συνεργασία για πρώτη φορά ανάμεσα στη Τερψιχόρη ,τον Εμπορικού Συλλόγο, την Τουριστική Επιτροπή, τον Ο.Π.Α.Σ και διάφορων επιχειρηματιών που μπαίνουν μπροστά σε προτάσεις και ιδέες που θα βοηθήσουν την Τουριστική προβολή της Σύρου. Όπως ανέφεραν οι επιχειρηματίες ,μόνο ενωμένοι θα πάμε μπροστά σαν νησί σε αυτές τις δύσκολες εποχές ξεκινώντας από το Συριανό Καρνναβάλι.
Ήδη 7 διαγωνισμοί με δώρο ένα ταξίδι με προορισμό την Σύρο τρέχουν σε τοπικά site,Αθήναικά Ραδιόφωνα και τηλεοπτικές εκπομπές που σκοπό θα έχουν την διαφήμηση του Καρναβαλιού.

Το ξεκίνημα θα γίνει με το Σάββατο 16/3 όπου στις 20:30 θα ξεκινήσει το Καρναβάλι της Άνω Σύρου στα σοκάκια του οικισμού, το οποίο θα παρουσιάσουν ο Μπάμπης Κουλούρας και ο Γιώργος Ρούσσος.
Την ίδια ημέρα, στις 18:00 θα πραγματοποιηθεί στο θέατρο Απόλλων εκδήλωση με αποκριάτικα χορευτικά στην οποία θα λάβουν μέρος πολιτιστικοί φορείς από διάφορες περιοχές της χώρας που θα συμμετέχουν στο φετινό καρναβάλι.karnabali sinantisi me foreis
Την Κυριακή 17 Μαρτίου, από νωρίς το απόγευμα θα ξεκινήσει η παρέλαση των καρναβαλιστών στους δρόμους τηςΕρμούπολης, ενώ στη συνέχεια θα γίνει η απονομή των νικητών στην Πλατεία Μιαούλη. Το Καρναβάλι της Ερμούπολης θα παρουσιάσει ο Σάββας Μπούμπουρας.
Η ομάδα που θα κατακτήσει το 1ο βραβείοθα κερδίσει 400 ευρώ, το 2ο βραβείο 300 ευρώ και το 3ο βραβείο 200 ευρώ. Όπως έκανε γνωστό ο κ. Κεράνης, μέχρι στιγμής έχουν δηλώσει συμμετοχή 13 ομάδες και μέχρι την ημέρα του Καρναβαλιού υπολογίζεται ότι θα έχουν γίνει 17 με 18, ενώ συνολικά θα λάβουν μέρος περίπου 1000 καρναβαλιστές, αριθμός ρεκόρ για τα δεδομένα της Σύρου.
Την Καθαρή Δευτέρα 18 Μαρτίου σε διάφορες περιοχές της Σύρου, στα χωριά, θα πραγματοποιηθούν τα παραδοσιακά κούλουμα με πρωτοβουλία και τοπικών συλλόγων.
Τέλος, την Τρίτη 19 Μαρτίου το απόγευμα, θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση στην Άνω Σύρο με χορευτικά, στα οποία θα συμμετέχει το ΚΑΠΗ και άλλοι Σύλλογοι, θα υπάρχει ζωντανή μουσική, ενώ τα καταστήματα του οικισμού θα είναι ανοιχτά για να υποδεχθούν τον κόσμο.
Ο κ. Κεράνης, γνωστοποίησε επίσης ότι την προσεχή Παρασκευή 8 Μαρτίου θα πραγματοποιηθεί event διαφημιστικής προβολής(3000 flyer) για το Συριανό Καρναβάλι στο κέντρο της Αθήνας. Φέτος, έχει επιλεγεί η Βαρβάκειος Αγορά και το Μοναστηράκι, όπου αντιπροσωπεία από την Σύρο, μαζί με τον Σουρή, θα προσπαθήσουν να επαναλάβουν την περσινή επιτυχημένη καμπάνια.

πηγη: http://cyclades24.gr/
Παραδοσιακά Έθιμα Αποκριάς
Έθιμα Αποκριών
Χοιροσφάγια, κάψιμο του Τζάρου κά

 Χοιροσφάγια

Μια εβδομάδα πριν από την Τσικνοπέμπτη, με το άνοιγμα του Τριωδίου ξεκινούσε η διαδικασία της σφαγής των γουρουνιών, τα χοιροσφάγια. Γι'αυτό η εβδομάδα αυτή ονομαζόταν και σφαγαριά.
Στα παλιά τα χρόνια, κάθε σπίτι έτρεφε για ένα χρόνο το γουρουνόπουλό του. Ένα καλό γουρούνι για «χοιροσφαγή» έφτανε τα 100 με 150 κιλά. Όλο το χρόνο ταϊζόταν με καλαμπόκι, πίτουρα κουρκούτι, σγόρτσα (άγρια αχλάδια), βελανίδια και αποφάγια του σπιτιού (παμφάγο).
Το σφάξιμο του γουρουνιού γινόταν την περίοδο των Απόκρεω, την πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου, την σφαγαριά. Ήταν γιορτή για όλο το χωριό. Οι κάτοικοι σχημάτιζαν φιλικές συντροφιές και έσφαζαν «χαλάγαν» με τη σειρά τα χοιρινά τους.

Πρώτη μέρα

Ένα επιδέξιος σφαγέας έσφαζε το γουρούνι. Η σφαγή γινόταν με μαχαίρι ή με όπλο (δίκανο).
Μετά το σφάξιμο του βάζαν ένα λεμόνι στο στόμα, το λιβάνιζαν και το σκέπαζαν για φύγει το κακό σπυρί (αν είχαν επάνω τους). Ο σφάχτης πηδούσε τρεις και τρεις φορές και στη συνέχεια από μια η οικογένεια. Το κεφάλι θα το κρεμάσουν για το καλό του σπιτιού. Αλλού πάλι χάραζαν ένα σταυρό στο στήθος και πάνω στις σχισμές τοποθετούσαν αναμμένα κάρβουνα και λιβάνι.
Τα μικρά χοιρινά τα έκαναν μαδητά, τα μεγάλα τα έγδερναν εκτός από την κοιλιά.
Ο πρώτος μεζές στα κάρβουνα ηταν ο «καρούτσαφλος», (ο λάρυγγας, το καρύδι του χοιρινού) συνοδευόμενος από κρασί, μπομποτοκουλούρα, «χρόνια πολλά» και «ο θεός να σχωρέσει τις ψυχές» των νεκρών. Ιδιαίτερα τον πρόσφεραν στον σφαγέα.
Από δω, ίσως βγήκε, και η παροιμιακή φράση «θα σου φάω τον καρούτσαφλο ή το λαρύγγι».
Αλλού σαν πρώτο μεζέ χρησιμοποιούσαν το κομμάτι το κρέας που ψήθηκε στον σταυρό με τα κάρβουνα και το λιβάνι.
Οι γυναίκες ετοίμαζαν το συκώτι του γουρουνιού με ψιλοκομμένο κρεμμύδι, έναν πολύ νόστιμο μεζέ.
Τα παιδιά έβαζαν ένα κόκκινο σταυρό από το αίμα του γουρουνιού, για να μην τους τρώνε τα κουνούπια το καλοκαίρι. Απ' το αίμα θα φοβούνταν τα κουνούπια και δεν θα τους τσιμπούσαν.
Τη «φούσκα» (κύστη) την έτριβαν στη στάχτη, τη φούσκωναν, έριχναν σπυριά από αραποσίτι κι έπαιζαν. Οι μεγάλοι τη χρησιμοποιούσαν για καπνοσακούλα. Τη «χολή» του ασήμαδου μαύρου γουρουνιού τη βάζαν για φυλαχτάρι στα ζώα ή πότιζαν τις γκαστρωμένες φοράδες για να μην απορρίξουν.

Την «πυτιά» την κομμάτιαζαν. Ρίχναν ξύδι, λάδι, σκόρδο, αλάτι, ούζο και την ξεραίνουν στον ήλιο. Την κρεμούν μέσα σε σακούλι στην καπνιά του παραγωνιού και την ρίχνουν στο τυρί για πήζει.

Δεύτερη μέρα

Οματιά

Τη δεύτερη μέρα ετοίμαζαν την «οματιά». Έπαιρναν τα χοντρά έντερα, σε μήκος 60 έως 80 εκ. τα έπλεναν καλά. Τα γέμιζαν με: μισοστουμπισμένο και μισοβρασμένο σιτάρι, σταφίδες, πορτοκαλόφλουδες, μυρωδικά και μπαχαρικά. Τα έβαζαν σε «τεψιά» με λίπος από την μαδημένη κοιλιά «σγόρτσα» και την έψηναν στο φούρνο. Ήταν νόστιμη. Τρώγονταν ζεστή ή κρύα.
Από την ψημένη «οματιά» έστελναν και στις οικογένειες που δεν είχαν ή δεν έσφαξαν το δικό τους χοιρινό.

Πηχτή ή ποδομούτσουνα

Μια επιπλέον γαστρονομική απόλαυση της «σφαγαριά» τα ποδομούτσουνα που κάναν την πηχτή.
Καθάριζαν καλά πόδια και κεφάλι. Τα κομμάτιαζαν, τα έβραζαν, τα ξεκοκκάλιαζαν, εκτός των ποδιών, τα κομμάτιαζαν σε «μπουκιές», τα ξανάβραζαν με στουμπισμένο σκόρδο και ξύδι «σκορδοστούμπι», αλάτι και πιπέρι. Έτσι ετοιμαζόταν η πηχτή που έπηζε σαν κρύωνε, (μέσα σε πιάτο ή σε λαγήνα για αργότερα) και κοβόταν με το μαχαίρι. Νοστιμότατη, με άρωμα σκόρδου και νοστιμιά ξυδιού.

Τα λουκάνικα

Τα ψιλά έντερα, πλυμένα και γυρισμένα, σε μήκος ενός περίπου μέτρου, τα «ξεθέρμιζαν», τα φούσκωναν, τα έδεναν στις άκρες και τα κρεμούσαν σε ένα οριζόντιο καλάμι για να ξεραθούν. Με αυτά φτιάχνανε τα λουκάνικα. Γέμιζαν τα έντερα με κρέας β΄κατηγορίας, κομμένο και λιανισμένο πάνω σε κρεατοκόφτη. Έριχναν ψιλοκομμένο κρεμμύδι, κοπανισμένα μπαχαρικά (κανέλα, γαρύφαλλα, πιπέρι μαύρο) λίγη ψιλοκομμένη πιπεριά, πορτοκαλόφλουδα, αλάτι και ότι άλλο αρωματικό. Όλα αυτά τα μισοέβραζαν, πριν βάλουν με χωνί τη γέμιση ζεματούσαν τα λουκάνικα για να καθαρίσουν και να μαλακώσουν. Γεμισμένα και τρυπημένα τα βουτούσαν σε ζεστό νερό για φύγει ο αέρας, που τυχόν θα έμενε. Ύστερα τα κρεμούσαν κατά προτίμηση μέσα στο τζάκι, για να στεγνώσουν γρηγορότερα. Γινόταν πικάντικα. Τρωγόταν ψητά ή έμπαιναν στο παστό που ετοιμαζόταν την Τσικνοπέμπτη.

Το «ξεφόρτιασμα»

Τη δεύτερη μέρα μετά το γδάρσιμο «ξεφόρτιαζαν» το σφαχτό, δηλ. αφαιρούσαν το στρώμα λίπους που είχε στη ράχη, με λωρίδες «φέρτσες», από πάνω προς τα κάτω, καθώς ήταν κρεμασμένο από τα πισινά του πόδια.
Το λίπος το κομμάτιαζαν, το έβαζαν στο νερό, που το άλλαζαν δυο φορές, για να γίνει «άσπρη αλοιφή», το αλάτιζαν και το άφηναν για «να το πιάσει το αλάτι». Το ξύγκι, «το πλαστήρι» το έβαζαν χωριστά. Με το «ξεφόρτιασμα» κομμάτιαζαν το κρέας, διάλεγαν το καλό για το «παστό», το αλάτιζαν, έριχναν ρίγανη και το άφηναν μερικές μέρες «να το πιάσει το αλάτι».

Ήθη και έθιμα Αποκριάς σε όλη την Ελλάδα

Στην Ξάνθη το τελευταίο τριήμερο της αποκριάς με το "κάψιμο του Τζάρου" στη γέφυρα του ποταμού Κόσυνθου. Σύμφωνα με την παράδοση, ο "Τζάρος" ήταν ένα κατασκευασμένο ανθρώπινο ομοίωμα, τοποθετημένο πάνω σε πουρνάρια.
Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, οι κάτοικοι τον καίνε, ώστε το καλοκαίρι να μην υπάρχουν ψύλλοι. Ακολουθεί η ρίψη εκατοντάδων πυροτεχνημάτων που κάνουν τη νύχτα μέρα.

Στη Νάουσα, κάθε χρόνο αναβιώνει το έθιμο "Γενίτσαροι και Μπούλες" που έχει τις ρίζες του στην Τουρκοκρατία.
Οι Γενίτσαροι φορούν φουστανέλες, τσαρούχια, μάλλινες μακριές κάλτσες και γιλέκο, ενώ στο πρόσωπο φέρουν κερωμένο πανί με ζωγραφιστό μουστάκι. Στο κεφάλι, στη μέση και στο χέρι τους δένουν από ένα μαντήλι, ενώ στο λαιμό κρεμούν σταυρό και αλυσίδα με φυλακτό.
Οι Μπούλες είναι επίσης άνδρες, ντυμένοι με γυναικεία ρούχα και στο πρόσωπο φορούν βαμμένες μάσκες. Σύμφωνα με το έθιμο, τα χρόνια της τουρκοκρατίας οι αρματολοί έβρισκαν στις Απόκριες την ευκαιρία να κατέβουν στην πόλη μασκαρεμένοι και να γλεντήσουν με συγγενείς και φίλους, χωρίς να φοβούνται ότι θα τους αναγνωρίσουν οι Τούρκοι.

Στην Κοζάνη, ζωντανεύει ο "Φανός", τον οποίο ανάβει ο δήμαρχος στο κέντρο της πόλης και γύρω του στήνονται οι χοροί. Χορεύουν και τραγουδούν τα "Ξιανέντραπα" αλλά και τραγούδια κλέφτικα, της αγάπης και της ξενιτιάς. Η γιορτή κορυφώνεται τα ξημερώματα της Καθαρής Δευτέρας, που βραβεύονται οι καλύτεροι Φανοί.
Στο Σοχό του νομού Θεσσαλονίκης εμφανίζονται οι Κουδουνοφόροι, κατάλοιπο της διονυσιακής λατρείας. Με τραγόμορφες στολές και κουδούνια σε όλο το σώμα τους, χορεύουν στους δρόμους και τις πλατείες. Πρόκειται για μια "αναίμακτη θυσία στους νεκρούς", ενώ οι εκδηλώσεις της Απόκριας κλείνουν με το έθιμο των μετανοιών. Οι μεγαλύτεροι δίνουν άφεση αμαρτιών στους μικρότερους που με πολύ σεβασμό επισκέπτονται τους μεγαλύτερους, τους φιλούν το χέρι και τους προσφέρουν ένα πορτοκάλι.
Στην Καστοριά, οι κάτοικοι ανάβουν μεγάλες φωτιές, τις "Μπουμπούνες", γύρω από τις οποίες στήνεται χορός με την συνοδεία παραδοσιακών τοπικών σχημάτων. Στο τέλος, οι πιο τολμηροί πηδάνε πάνω από τη θράκα.
Έθιμο της ίδιας βραδιάς είναι και ο "χάσκαρης". Στην άκρη ενός πλάστη δένεται μία κλωστή και στην άκρη της κλωστής ένα βρασμένο αβγό. Ο αρχηγός της οικογένειας κρατά τον πλάστη και τον κατευθύνει στα στόματα των μελών, οι οποίοι προσπαθούν να το "χάψουν".

Στο Λιτόχωρο Πιερίας αναβιώνουν έθιμα που έχουν σκοπό τον εξαγνισμό των κακών πνευμάτων και της κακοτυχίας. Αυτό επιτυγχάνει ο Χορός των βωμολόχων που περιδιαβάζει όλο το χωριό με πειράγματα για όλους τους περαστικούς. Το βράδυ της Κυριακής της Αποκριάς ανάβουν τα κέδρα στις γειτονιές, γύρω από τις οποίες στήνεται ξέφρενο γλέντι.
Στη Νέα Χαλκηδόνα Θεσσαλονίκης, αναβιώνει το έθιμο του γιαουρτοπόλεμου, που έχει τις ρίζες του στη Μικρά Ασία.
Στη Δημητσάνα οι απόκριες κορυφώνονται με το κάψιμο του «μακαρονά».
Στη Σκύρο αναβιώνει το έθιμο του "γέρου και της Κορέλας". Άντρες φορούν την παραδοσιακή φορεσιά του σκυριανού βοσκού και στη μέση τους κρεμούν μεγάλες κουδούνες.
Στη Νάξο, οι άντρες φορούν φουστανέλες και μάσκες και τριγυρνούν στις γειτονιές χορεύοντας και τραγουδώντας.

Αλμυροκουλούρα

Τη νύχτα πριν την «Κυριακή της Τυρινής», τα κορίτσια ανακατεύουν αλεύρι, πολύ αλάτι και νερό και ψήνουν το μείγμα του ψωμιού που λέγεται «αλμυροκουλούρα» (δηλαδή πολύ αλμυρό ψωμί). Τα κορίτσια το τρώνε και πιστεύουν ότι τον άντρα που θα ονειρευτούνε εκείνο το βράδυ αυτόν και θα παντρευτούνε.

ΠΗΓΗ:http://www.paidika.gr
Του Κουτρούλη ο Γάμος
Έθιμα Αποκριών
Η αναβίωση του γάμου...

Του Κουτρούλη ο Γάμος

Η αναβίωση του γάμου που άφησε εποχή στη Μεθώνη τόσο για τα χρόνια που περίμενε το ζευγάρι για να ζήσει το πολυπόθητο μυστήριο, όσο και για το γλέντι που δικαίως ακολούθησε, γίνεται κάθε χρόνο την Καθαροδευτέρα στις μία το μεσημέρι στην πλατεία σιντριβανιού της παραλίας.
Το γεγονός είναι πραγματικό και σύμφωνα με ιστορικές πηγές συνέβη τον 14ο αιώνα. Πρωταγωνιστής της απίθανης αυτής ιστορίας ήταν ο ιππότης Ιωάννης Κουτρούλης, ο οποίος, τρελά ερωτευμένος με συμπατριώτισσά του, δε μπορούσε να τη νυμφευθεί γιατί ήταν ήδη παντρεμένη. Η όμορφη Μεθωναία, της οποίας το όνομα δεν έχει σωθεί και την οποία οι μεταγενέστεροι ονόμασαν Αρσάννα, δεν μπορούσε να πάρει διαζύγιο γιατί δεν το επέτρεπε ο Χριστιανός Επίσκοπος της πόλης Νήφων. (Μεθώνη)Τελικά μετά από 17 χρόνια οι δύο ερωτευμένοι, καταφεύγοντας στον ίδιο τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, πήραν την άδεια και παντρεύτηκαν. Προϋπόθεση βέβαια που έθεσε ο Πατριάρχης ήταν οι δύο Μεθωναίοι να μην είχαν ήδη συνάψει σχέσεις, όπως και διαπιστώθηκε. Στο γλέντι που ακολούθησε ήταν φυσικό να γίνει......του "Κουτρούλη ο Γάμος". Η φαντασία των οργανωτών, όσο περνούσαν τα χρόνια, δημιούργησε νέα δεδομένα και καταστάσεις που έκαναν το γάμο της εποχής εκείνης πασίγνωστο σε όλη την Ελλάδα. Και μέσα από την ιστορία της εποχής εκείνης γίνεται αναφορά στην εποχής μας και με έντονη σατιρική διάθεση διακωμωδούνται σημερινά γεγονότα καθώς επίσης και η νύφη με πολλά γαργαλιστικά στιχάκια.
Δρώμενα Αποκριών

Εκεί στην πλατεία, «τη λάκκα», γινόταν το όργωμα και η σπορά από το υνί κάποιου νιου γεωργού με το σακάκι ανάποδα φορεμένο, προφανώς για να μη αναγνωρίζεται από τα κακά πνεύματα. Αντί για σπόρους έριχνε στάχτη στα χωράφια. Το αλέτρι το έσυραν δυο νέοι μεταμφιεσμένοι του χωριού. Οι ευχές που ακουγόταν ήταν Διονυσιακού χαρακτήρα.
Αλλά και ο θάνατος περιλαμβανόταν στα δρώμενα της Κ.Δ. με αναπαράσταση της κηδείας. Ο νεκρός τοποθετούνταν σε «κορίτο» και περιφερόταν στο χωριό. Όσοι τον συναντούσαν, διακωμωδώντας την κατάσταση ρωτούσαν την αιτία του θανάτου κι έπαιρναν πιπεράτες απαντήσεις από τους τεθλιμένους συγγενείς. Η γλώσσα δεν είχε φραγμούς τις ώρες εκείνες... Μόνο που οι κοπέλες σκύβαν το κεφάλι από ντροπή. Το «κορίτο» τοποθετούνταν στην πλατεία δίπλα στη φωτιά, γύρω μαινόταν ο χορός, «χορός της φωτιάς(;)»
Τελικά γινόταν και η Ανάσταση του νεκρού με όλα τα σχετικά επακόλουθα που ήταν πειράγματα, τραγούδι και οινοποσία για την ήττα του θανάτου...
Ο Γάμος, και ο Θάνατος συνυπάρχουν στα έθιμα της Αποκριάς. Οι ζωντανοί και οι πεθαμένοι μαζί, αφού και γι αυτούς ετοιμάζονται τα «σπερνά». Έθιμα που μα θυμίζουν και τις αρχαίες Ελληνικές παραδόσεις μας. Τότε που οι ψυχές τω αποθαμένων «απολύονται» απ' τον Άδη κάποιες μέρες της Άνοιξης για νάρθουν να συγκατοικήσουν με ους ζωντανούς. Έθιμα που μας λένε ότι τίποτα δεν χάνεται σ' αυτόν τον κόσμο και μέσα στον δικό του χρόνο.

Παιχνίδια στη διάρκεια της Αποκριάς (παραδόσεις Αποκριών)

Κατά τη διάρκεια των απόκρεω οργανωνόταν και διάφορα παιγνίδια με νικητές και νικημένους, μεταμφιεσμένους και μη.
Ο Βαλμάς, παιζόταν στα χωριά της Πηνείας, από δυο ομάδες δεμένους σε σχοινί. Τραβούσε η κάθε ομάδα το σχοινί. Νικήτρια ήταν η ομάδα που έσυρε στο δικό της μέρος την αντίπαλη ομάδα. Το ξεχωριστό στο παιχνίδι ήταν ότι πριν και μετά το παιχνίδι έκαναν αστείο διάλογο, σαν θεατρικό.
Η ρίψη του λίθου ήταν αγώνισμα. Σ'αυτό προσπαθούσαν να χτυπήσουν το στόχο τους ρίχνοντας τις πέτρες, οι σομάδες.
Οι Καλόγεροι ή Κούκερος ή Χούχουτος ή Σταχτάς ή Μπέης ή Κιόρμπεκς.
Πρόκειται, όπως γράφει ο λαογράφος Γ. Α. Μέγας, για μια τελετή που την συναντούμε στην Ανατολική και στην Βόρεια Θράκη, όχι βέβαια με την ίδια, όπως στην Βιζύη, θεατρική ανάπτυξη, αλλά με μιμικές πράξεις.
Ο Κούκερος ή ο Μπέης ή ο βασιλιάς εκλεγμένος από τους προύχοντες, γυρίζει σ' όλο το χωριό με συνοδεία μεταμφιεσμένων, ντυμένος με δέρματα ζώων, με κουδούνια κρεμασμένα στο σώμα του και με το ραβδί στο χέρι. Σ' ορισμένες περιοχές τον μεταφέρουν πάνω σε δίτροχη άμαξα που την κινούν νέοι, με τα πειράγματα, αυτός και η ακολουθία του, θυμίζουν τον θίασο «των κωμαστών» και τα «εξ αμάξης», των αρχαίων Αθηναίων στα κατ' αγρούς Διονύσια, τους χόες και τα Λήναια, ενώ οι ονομασίες Μπέης ή Κιόρμπεης, προύχοντες δείχνουν την επίδραση της τουρκοκρατίας στο λαϊκό αυτό έθιμο. Όσοι από τους μεταμφιεσμένους φορούν μάσκες λέγονται μασκαράδες.
Στην Αμαλιάδα, την παλιά, πέρα απ'τις φωτιές ξεκινούσαν για τον πατροπαράδοτο πετροπόλεμο στην Σοχιά, πιο πολύ κατά το μέρος του Γηπέδου.
Γαϊδουροδρομίες οργανώνονταν από ομάδες για να βγάλουν τον νικητή γάϊδαρο, μέσα στην οχλαγωγή και τα πειράγματα και τις αστείες διονυσιακού τύπου μεταμφιέσεις.
Τα αλευρώματα (που έχουν την προέλευσή τους στο Γαλαξίδι) και τα γιαουρτώματα (εβδομάδα της Τυρινής), τα μουντζουρώματα της Καθαράς Δευτέρας ήταν μερικές άλλες συνήθειες που διασκέδαζαν και προξενούσαν πολύ γέλιο.

Οι φωτιές, που ανάβονταν στα τρίστρατα σταυροδρόμια το βράδυ της παραμονής της 1ης Μαρτίου στην Θράκη ή το βράδυ της τελευταίας αποκριάς στην Ήπειρο και στην Δυτική Μακεδονία. Έχουν καθαρτήριο και μεταβατικό χαρακτήρα, από τον χειμώνα στην άνοιξη. Πηδούσαν  πάνω απ' αυτές, νέοι και γέροι, «για το καλό», αλλά και για να καούν οι ψύλλοι και κάθε κακό απομεινάρι του χειμώνα.
Πιθανόν και η ονομασία Τριώδιο (τρεις οδοί-δρόμοι) να προήλθε ετυμολογικά απ' αυτές τις φωτιές στα τρίστρατα σταυροδρόμια. Ειδωλολατρική η ονομασία αυτή και μαγική η προέλευσή της.
Φωτιές ανάβονταν και στις πλατείες των χωριών ή και των πόλεων, το βράδυ
«της τρανής αποκριάς» για να κάψουν τον καρνάβαλο.

Λαϊκά Δρώμενα τις Απόκριες

Κατά τη διάρκεια των Απόκρεω «ελάμβαναν χώραν» και διάφορα λαϊκά δρώμενα.
Από τη αρχή του Τριωδίου ξεκίναγε από του Καλίτσα το Παραδοσιακό γαϊδουράκι, μεταμφιεσμένος άνθρωπος, με τους Γενιτσάρους δεξιά και αριστερά για να διαλαλήσει την αρχή του Τριωδίου.
Σε πολλά χωριά πέρναγε ο Καρνάβαλος από τους δρόμους του χωριού, με τη συνοδεία του με μουσικές και πειράγματα.
Ένα από τα βασικά θέματα τις Αποκριάς ήταν η Αναπαράσταση του Γάμου. Γίνονταν εικονικοί γάμοι ανάμεσα στα χωριά και οι γαμήλιες πομπές ξεκινούσαν από το ένα για να πάνε στο άλλο. Ο γαμπρός με το άλογο, κι από κοντά ο κουμπάρος και γύρω οι συμπέθεροι. Συναντιόταν με την πομπή της νύφης και γινόταν τρικούβερτο γλέντι...μ εόλα τα συνακόλουθα.... Ο επικεφαλής της πομπής, ο σταχτιάρης κράταγε σακκούλι με στάχτη, για να ρίχνει σ' αυτούς που ήθελαν να παρεμποδίσουν την πομπή, να παρεμποδίσουν το γάμο.
Έτσι παρέμεινε η παροιμιακή φράση «Μας έριξε στάχτη στα μάτια».
Επίσης δεν έλλειπαν και οι εικονικές δίκες με βάσει τα προικοσύμφωνα ή το σεντόνι της πρώτης νύχτας του γάμου, όπου ο πατέρας της νύφης δεν εκτέλεσε τις υποχρεώσεις του, το δικαστήριο αποφάσιζε να του την επιστρέψει πίσω. Διακωμωδούσαν υποθέσεις, που τους βασάνιζαν στην καθημερινότητά τους, έπεφτε πολύ γέλιο.
Το γαϊτανάκι, ήταν γνωστό και στην περιοχή μας. Ένα ψηλό ξύλο, με δεμένες πολύχρωμες κορδέλες. Κάθε κορδέλα και χορευτής με την παραδοσιακή του στολή. Και ρυθμοί χορευτικοί να οδηγούν τα βήματα γύρω από τα γαϊτανάι. Λέγεται ότι το γαϊτανάκι έγινε γνωστό στην περιοχή μας από τους Αρκάδες (Σπάθαρι, και Βυζίκι που το χόρευαν με συνοδεία πίπιζας και ταμπούρλου) που εγκαταστάθηκαν στη Ηλεία.
Η τελευταία εβδομάδα των Αποκρεών είχε σχέσεις με την εμφάνιση του Διαβόλου. Μασκαράδες διάβολοι, κακομούτσουνοι με σχισμένα σκούρα ρούχα ή προβιές και γουρουνοδέρματα, ουρές και κέρατα, με δρεπάνια, τζουγκράνες κι άλλα εργαλεία διέσχιζαν τους δρόμους και καμωνόταν ότι παίρνουν τις ψυχές. Ίσως έχει σχέση με τα Ψυχο-Σάββατα, με τις μέρες των νεκρών τους.
Παραλλαγή του εθίμου αυτού είναι ο «Σκατουλιάρης» των χωριών του κάμπου.
Το σκατουλιάρη τον περίμεναν , προ πάντων τα απιδιά για να τρέξουν ξωπίσω του, να τον κυνηγήσου, με μεγάλη ανυπομονησία... Σκατουλιάρης ντυνόταν ένας νέος του χωριού με προβιές, κέρατα και ουρά, καθώς και μουντζουρωμένο πρόσωπο. Έτρεχε στο δρόμο και πείραζε όσους συναντούσε. Σε μερικούς καβαλούσε στο σβέρκο, όπως λέγεται ότι κάνει ο διάβολος.
Οι παροιμιακές φράσεις «τον έχει διχάλα», «ακόμα δεν το ξεκαβαλήκεψε» έχουν την αφετηρία τους σ'αυτήν την δοξασία. Τον «κακό άγγελο» με το σταυρό και το λιβανωτό, που έκαιγε πιπεριές κόκκινες, κρεμίδια και σκόρδα, στα χέρια θα διώξει ο «παπάς», άλλος μεταμφιεσμένος. Ο Σκατουλιάρης στην δύναμή του όπου φύγει - φύγει, με αστείες κινήσεις και κάποιο αγχώδικο σταμάτημα, για θυσία στο Βάκχο με κρασί σε πήλινο κανάτι.. Το έθιμο αυτό το συναντάμε σε πολλά χωριά της περιοχής μας με πολλές παραλλαγές. Πολλά από αυτά γίνονται και την Καθαρά Δευτέρα.
Κυρίως έθιμο των χωριών του Κάμπου είναι το Γκοτσαριό ή Τσετιά ή Γενίτσαροι, που έδινε και το χρώμα των Αποκριών, με αποκορύφωμα την Κυριακή της Τυρινής όπου οι τσετιές των χωριών κατάφταναν στα Λεχαινά «εν πομπή» για τον τελικό διαγωνισμό, σε ένα πραγματικό μεγαλειώδες λαϊκό Πανηγύρι. Η προετοιμασία της Γκοτσαριά ξεκινούσε ένα μήνα πριν τις Αποκριές.
Η τσετιά, στα παλιά καλά χρόνια, κατέφτανε και στην Αμαλιάδα γιατί:
«Είναι μεγάλο το μέρος και καταλαβαίνει κι όλας ο κόσμος» όπως έλεγαν.
Η αρχή της Γκοτσιαριάς ανάγεται στα Διονυσιακά μυστήρια και φτάνει στα χρόνια της Τουρκοκρατίας που συνδιαζόταν με την ανταλλαγή μηνυμάτων ανάμεσα στα χωριά δια μέσου των προεστών, για το ξεκίνημα της Επανάστασης του '21, που ήταν κρυμμένα σε πορτοκάλια - σύμβολα.
Παράταξη Τσετιάς: Στη μέση στεκόταν ο Γενιτσάρης ως αρχηγός με το «κηλούμι» (σκήπτρο) στα χέρια, κι ένα μαντήλι «καλαματιανό» δεμένο στην άκρη του. Δεξιά και αριστερά οι Πρωτόγκοτσοι (υπασπιστές) και πίσω τους οι Γκότσηδες με μασάκια ή χαρμιά στα χέρια (μουσικό θόρυβο). Φορούσαν φουστανέλες, σελάχι στη μέση, φέσι με κόκκινη φούντα, μεϊντανογέλεκο, τσαρούχια με κόκκινες φούντες. Μπλέκονταν ανάμεσά τους δυο Μπούλες (άντρες ντυμένοι με γυναικεία ρούχα) με πορτοκάλι στο χέρι και χόρευαν ασταμάτητα. Την παρέα συμπλήρωνε ο γέρος με τη γριά. Ο γέρος ντυμένος με κάπα, κουδούνα δεμένη στη μέση, και μπαρμπούτα (μάσκα). Κουβαλούσε το τράστο γεμάτο με στάχτη, για εκείνους που μπλέκονταν στο χορό και τον εμπόδιζαν ...δηλ. τα παιδιά ενώ στηριζόταν σε γκλίτσα. Η γριά ντυμένη με γκιούρντα, τσεμπέρα και τη ρόκα της με λίγα μαλλιά.
Δεξιά κι αριστερά οι ταμίες με το πανέρι τους.
Όργανα έπαιζαν οι γύφτοι. Ένα νταούλι και τρεις καραμούζες. Η τσετιά χόρευε το Τουμπουλίστικο. Σε γρήγορο ρυθμό «Με τα μάτια μου την είδα..», και σε αργό ρυθμό «Μαλάμω».
Ο χορός περιελάμβανε πηδήματα δεξιά κι αριστερά με στροφή στο τέλος του στίχου δεξιά, που γι' αυτήν έδινε το σύνθημα ο Γενίτσαρης.
Το ξεκίνημα της Τσετιάς γινόταν από την Πλατεία του χωριού. Χορεύοντας γύριζαν όλα τα σπίτια του χωριού. Αντάλλαζαν επισκέψεις με τα γύρω χωριά, ή διοργάνωναν συναντήσεις οι Γκοτσαριές, όπου γινόταν και η ανταλλαγή των πορτοκαλιών με τα μηνύματα. Αντιλαλούσε ο τόπος όλος από τις μουσικές και τους ρυθμούς γεμάτους με επιφωνήματα...λογιών λογιών. Και τον χόρευαν όλοι όπου κι αν βρίσκονταν, και τα παιδιά από κοντά μπολιάζονταν έτσι με την παράδοση. Η τελική συνάντηση των Τσεπιών του Κάμπου ήταν στα Λεχαινά την Τυρινή στο αποκορύφωμα της Αποκριάς.
Αλλά και την καθαρά Δευτέρα σε πολλές περιοχές εξακολουθούν να λειτουργούν τα δρώμενα που έχουν σχέση με την αναγέννηση της φύσης, τις γενετικές λειτουργίες της, αλλά και με τον καθαρμό της ψυχής και του σώματος.
Στα γύρω χωριά, και ιδιαίτερα στα χωριά του Κάμπου την ημέρα αυτή γινόταν η αναπαράσταση του γάμου στην Πλατεία του χωριού με παπά να διαβάζει τις ανομολόγητες ευχές, και στάχτη αντί για ρύζι να πέφτει στα μάτια όλων- κατάλοιπο των Βυζαντινών διαπομπεύσεων.

ΠΗΓΗ:http://www.paidika.gr

Μεταμφιέσεις ΑΠΟΚΡΙΑΣ ΚΑΙ 

ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΟΥ

Εκτός από τα συμπόσια, τις διασκεδάσεις, τα χοιροσφάγια, την θύμηση των νεκρών, κύριο χαρακτηριστικό των Απόκρεω είναι οι μεταμφιέσεις, οι προσωπιδοφορίες, για τον τόπο μας οι «μουτσούνες», σπάνια με μάσκα, περισσότερο με μακιγιάζ και μουντζούρα από τον πάτο του «λεβετιού».
Παλιότερα χρησιμοποιούσαν διάφορα ονόματα κατά τόπους για τους μασκαράδες.
Τους έλεγαν: Κουδουνάτους, γιανίτσαρους, κουκούγερους, μούσκουρους, κουμουζέλε, καρνάβαλους, προσώπεια κ.ά.
Βασικό γνώρισμα των μασκαράδων η μάσκα. Οι αρχαίοι ΄Ελληνες, οι λατρευτές του Διόνυσου του Θεού του κρασιού και της διασκέδασης, έβαφαν το πρόσωπό τους με τρύγια. Οι άγριες φυλές της Αφρικής και της Ασίας διατηρούν μέχρι και σήμερα τα χαρακτηριστικά της προσωπιδικής λατρείας.
Πρώτος «εφευρέτης» της θεατρικής μάσκας θεωρείται ο τραγικός ποιητής Αισχύλος. Ολοι οι ηθοποιοί των τραγωδιών και κωμωδιών της αρχαιότητας φορούσαν προσωπεία.
Η μάσκα θεωρείται απόγονος των αρχαίων κωμικών και σατυρικών προσωπείων που φορούσαν οι ηθοποιοί. Οι μάσκες αυτές ήταν πήλινες και όμοιες μεταξύ τους.
Στην συνέχεια οι Ρωμαίοι έφτιαξαν μάσκες που διέφεραν η μια από την άλλη και παρίσταναν διάφορους τύπους της κωμωδίας.
Πολλούς αιώνες αργότερα, στην Βόρεια Ιταλία, αναπτύχθηκε το θεατρικό είδος της Κομέντια ντελ άρτε, που εισήγαγε τύπους, όπως ο αρλεκίνος και η κολομπίνα με τις ανάλογες μάσκες και ενδυμασίες, αλλά και μάσκες χρυσές που έχουν την μορφή πουλιών. Η μαύρη βελούδινη μάσκα των μεταμφιεσμένων στο καρναβάλι της Βενετίας, λεγόταν λούπι. Κανένας δεν είχε το δικαίωμα να βγάλει τη μάσκα ενός προσωπιδοφόρου κι αυτό το έθιμο το σέβονταν ακόμα και οι μεγαλύτεροι άρχοντες και αφέντες της χώρας. Οι μασκαράδες φορώντας την μάσκα δεν αναγνωρίζονταν γι' αυτό ένιωθουν απελευθερωμένοι από τον καθωσπρεπισμό και τη σοβαροφάνειά τους, με αποτέλεσμα να λένε και να κάνουν πράγματα, που δεν θα τολμούσαν να σκεφθούν χωρίς την μάσκα.
Οι μεταμφιέσεις συνδιάζονταν με αθυροστομίες, με θεατρικού διαλόγους, παρουσίαση διαφόρων δρώμενων. Αναβίωναν προλήψεις και δεισιδαιμονίες, ακουγόταν άσεμνα τραγούδια, γινόταν εικονικές δίκες.

Μεταμφιέσεις σε μπούλες

Μεταμφιεζόταν σε «μπούλες» οι άντρες ντυνόταν γυναίκες και οι γυναίκες άντρες, έφτιαχναν τις συντροφιές τους και γύριζαν σ'όλο το χωριό από σπίτι σε σπίτι. Αναπαρίσταναν ότι μπορεί να φανταστεί κανείς, γιατρούς με τα γιατροσόφια τους, γέρους και γριές, με μπαστούνια και κουδούνια, αρκουδιάρηδες με κρεμασμένες κουδούνες στη μέση του, για να γίνεται θόρυβος κ.ά. Τους δεχόταν, τους κερνούσαν, αντάλλαζαν αστεία και προσπαθούσαν με εύθυμο τρόπο να τους κάνουν να φανερώσουν το πρόσωπό τους, την ταυτότητά τους.
Από νωρίς τα βράδια μαζευόταν στις γειτονιές, στα ξέφωτα, στις πλατείες, όπου άναβαν φωτιές. Εκεί «μπούλες» και μη, μικροί και μεγάλοι, χοροπηδώντας γύρω στις φωτιές, τραγουδούσαν εύθυμα έλεγαν πιπεράτα αστεία, αναπαρίσταναν φάσεις γενετήσιες (έγκυες γυναίκες κά).
Τα παιδιά που έπρεπε να κοιμηθούν νωρίς τους χάλαγαν κάπως το γλέντι.

Μεταμφιέσεις Σκυριανής αποκριάς Κουδουνάτοι

Ανάμεσα στις εκδηλώσεις αυτές της Σκυριανής αποκριάς, ξεχωρίζει σαν μοναδική στον ελληνικό χώρο, μια τριάδα μεταμφιεσμένων που αποτελείται από τον "γέρο", την "κορέλα" και τον "φράγκο". Οι μεταμφιεσμένοι σχηματίζουν ομίλους που περιέρχονται το χωριό, δίνοντας με την παρουσία τους έναν τόνο χαράς και μυστηριακού μεγαλείου.
Από την αρχή του Τριωδίου, με έξαρση κατά τις εβδομάδες της Κρεοφάγου και της Τυρινής, αυτό το περίεργο θέαμα συναντάται καθημερινά στον κεντρικό δρόμο της αγοράς και στα σοκάκια της χώρας της Σκύρου. Παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον εξαιτίας της μυστηριακής μεταμφίεσης των εορταστών. Οι μεταμφιεσμένοι είναι πάντοτε και οι τρεις άντρες, ενώ οι γυναίκες δεν μετέχουν κατά κανόνα στις μεταμφιέσεις.

Ο "Γέρος" μασκαράς αποκριών

Ο "γέρος" που είναι η κυρίαρχη μορφή της μασκαρεμένης συντροφιάς, παριστάνει γέρο-τσοπάνη ζωσμένο με κουδούνια. Κάτω φοράει άσπρο μάλλινο κοντοβράκι (κοντοβράτσι) των τσοπάνηδων, άσπρες υφαντές κάλτσες χωρίς πέλμα (τροχαδόκαλτσες) και πέτσινα σανδάλια (τροχάδια). Οι "τροχαδόκαλτσες" καλύπτουν μόνο τις κνήμες και στερεώνονται κάτω από το γόνατο με μαύρες καλτσοδέτες (καρτσδέτες).
Στο πάνω μέρος του σώματος, μέχρι τη μέση, φοράει την τσοπάνικη κάπα (καπότο), μαύρου χρώματος, γυρισμένη ανάποδα για να είναι απέξω το μαλλιαρό μέρος και να φαίνονται οι μακριές τρίχες. Η κουκούλα του "καπότου" σκεπάζει το κεφάλι και στερεώνεται με τη μακριά υφαντή και κεντημένη ζώνη των βοσκών (ζουνάρι), που πέφτει μπροστά στο στήθος. Στη ράχη παραχώνει κουρέλια ή μαξιλάρι για να σχηματιστεί καμπούρα.
Το πρόσωπο το κρύβει με μάσκα (μτσούνα) από προβιά μικρού γιδιού με δύο τρύπες για τα μάτια. Στη μέση ζώνεται καμιά πενηνταριά τσοπάνικα κουδούνια που στερεώνονται από τους ώμους και στο χέρι κρατάει το τσοπάνικο στραβοράβδι στολισμένο στη λαβή με αγριολούλουδα.
Ο τρόπος που δένονται τα κουδούνια στη ζώνη της μέσης είναι αρκετά έξυπνος, έτσι που να επιτρέπει να φοριούνται πολλά κουδούνια, χωρίς να στομώνουν από την επαφή τους με την κάπα. Οι άκρες του "καπότου" είναι γυρισμένες στη μέση για ν' αφήνουν τελείως ελεύθερη τη μάζα των κουδουνιών. Κάθε κουδούνι κρατιέται από έναν κρίκο με τον οποίο φοριέται στα πρόβατα κι αυτοί οι κρίκοι είναι περασμένοι σ' ένα σχοινί (λιτάρι) γύρω στη μέση, ώστε να κρέμονται ελεύθερα και να βροντούν καθώς ο "γέρος" χοροπηδάει.
Ο "γέρος" προχωρεί με ρυθμικούς βηματισμούς, κουνώντας τη μέση του, έτσι ώστε τα κουδούνια που είναι περασμένα σ' αυτή, να δίνουν ήχους φοβερούς, αλλά ρυθμικούς κι εναλλασσόμενους. Κατά διαστήματα στέκεται και "σείεται", και τότε το κούνημα του κορμιού του είναι διαφορετικό, όπως και οι ήχοι των κουδουνιών.
Η ονομασία του "γέρου" οφείλεται μάλλον στη γεροντική εμφάνιση γι' αυτό και φοράει ψεύτικη καμπούρα.

Η "Κορέλα" μασκαράς αποκριών

Η "κορέλα" είναι άντρας ντυμένος με Σκυριανά γυναικεία ρούχα. Κάτω φοράει μια κεντητή φούστα (σκούτα)· πάνω απ' αυτήν ένα άσπρο πλισεδένιο μεσοφόρι (κολοβόλι) και μια κεντημένη ποδιά. Στο πάνω μέρος του σώματος φοράει μεταξωτά πουκάμισα κι από πάνω χρυσοΰφαντο "μεντενέ". Στη μέση δένεται μια φαρδιά ζώνη που κλείνει με πόρπες (κλειδοτήρια). Η "κορέλα" σκεπάζει το κεφάλι με κίτρινο μαντήλι απ' το οποίο προβάλλουν ψεύτικες πλεξούδες μαλλιών με μεταξωτές κορδέλες και κρύβει το πρόσωπο με χάρτινη γυναικεία μουτσούνα. Στα πόδια φοράει "τροχάδια".
Η "κορέλα" κρατάει στο χέρι ένα μαντήλι, που το κουνά, χορεύοντας γύρω από το "γέρο", όταν αυτός προχωρά, ή στέκεται και τραγουδά τον ιδιαίτερο αποκριάτικο σκοπό, που έχει τ' όνομά της (της κορέλας), όταν ο "γέρος" στέκεται, για να ξεκουραστεί, σείοντας πάντα τα κουδούνια του.
Η ονομασία "κορέλα" προέρχεται ίσως από το "κόρη" ή μάλλον από το "κουρέλα" - στη Σκύρο το κουρέλι το λένε "κορέλι" - για την ατημελησιά και την προχειρότητα της αμφίεσης, τουλάχιστον στην αρχική της μορφή. Εξάλλου εμφανίζεται μάλλον σαν γυναίκα και όχι κόρη του "γέρου".

Ο "Φράγκος" μασκαράς αποκριών

Τέλος, ο "φράγκος" ντύνεται με κοινά "ευρωπαϊκά" παλιόρουχα (παντελόνι, σακάκι, φανέλα ή κάτι ανάλογο). "Ευρωπαϊκά" έλεγαν στη Σκύρο τις σύγχρονες ενδυμασίες σε αντίθεση με τις ντόπιες παραδοσιακές φορεσιές. Στο κεφάλι φοράει ό,τι καπέλο του αρέσει, ενώ το πρόσωπο το κρύβει με μια κοινή αποκριάτικη μουτσούνα. Απαραίτητο στοιχείο της κατά τα άλλα ελεύθερης μεταμφίεσής του, είναι ένα τσοπάνικο κουδούνι που κρεμιέται πίσω στη μέση κι ένα κοχύλι που κρατάει στο χέρι, το γνωστό στους ναυτικούς σαν "μπουρού", όπου φυσά διαρκώς όταν κουνιέται ασταμάτητα πειράζοντας όσους παρακολουθούν το θέαμα.
Ο "φράγκος" ονομάστηκε έτσι γιατί είναι ο μόνος που δεν φοράει Σκυριανά ρούχα, αλλά "φράγκικα" (σακάκι - παντελόνι).

Η ΟΜΑΔΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ μασκαράδες αποκριάς

Ανάμεσα στο τρίο ξεχωρίζει αδιαφιλονίκητα η μορφή του "γέρου" που δίνει τον τόνο, ουσιαστικά και ηχητικά, του αποκριάτικου ξεφαντώματος, ενώ συγχρόνως δημιουργεί τα κύρια ερωτηματικά για την προέλευση και το συμβολισμό του. Ο "γέρος" είναι ο αρχηγός της ομάδας και καμιά φορά εμφανίζεται χωρίς τους άλλους δύο, ενώ ποτέ ο "φράγκος" και η "κορέλα" δεν εμφανίζονται χωρίς τη συνοδεία του "γέρου".
Η ομάδα συνήθως εμφανίζεται ενιαία. Το "γέρο" συνοδεύουν μία ή περισσότερες "κορέλες" κι ένας "φράγκος". Κατηφορίζουν μαζί τους δρόμους του χωριού κι όπου βρουν ξέφωτο στέκονται για να βροντήξει ο βαρυφορτωμένος "γέρος" τα κουδούνια του ή για να επιδοθεί στο αγαπημένο του παιχνίδι μαγκώνοντας τον κόσμο με το μακρύ στραβοράβδι του, να χορέψει η "κορέλα" τον αποκριάτικο και να αστειευτεί ο "φράγκος" με τη "μπουρού" και τα πειράγματά του. Όταν σμίξουν δύο ή περισσότεροι "γέροι", στέκονται και συναγωνίζονται στο "σείσιμο" των κουδουνιών, σχεδόν μέχρι εξάντλησης.
Όταν η ομάδα περιέλθει τους δρόμους και τελειώσει τις επισκέψεις της στα συγγενικά και φιλικά σπίτια, όπου πηγαίνει για να ξεκουραστεί και να κεραστεί, συνηθίζεται ν' ανεβαίνει μέχρι το Κάστρο, όπου βρίσκεται το μοναστήρι του Άη Γιώργη, του πολιούχου του νησιού. Εκεί, χτυπά χαρούμενα την καμπάνα της εκκλησίας, θέτοντας έτσι, πανηγυρικά, τέρμα στη διασκέδαση. Τα τελευταία χρόνια η τουριστικά οργανωμένη τελετουργία οδηγεί τις ομάδες των μασκαρεμένων, αφού διασχίσουν την αγορά, να καταλήξουν όλες στην πλατεία του Άη Στρατιού για την τελική επίδειξη.
Μολονότι σ' όλη τη διάρκεια της αποκριάς το χωριό αντιλαλεί απ' το κουδούνισμα αυτών των παράξενων μορφών, την τελευταία Κυριακή οι μασκαράδες εμφανίζονται σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό.
Παλιότερα τα παιδιά γιόρταζαν με το δικό τους τρόπο, έχοντας ξεχωριστή αμφίεση. Στην προσπάθειά τους να μιμηθούν τους "γέρους", υπήρχε η συνήθεια να ζώνονται με απομιμήσεις κουδουνιών από καλάμι (καλαμκάνια) ή από ένα ειδικό φυτό, την "καρώνα", που ήταν το ιερό φυτό του Διονύσου νάρθηξ. Τα παιδιά ξερίζωναν το φυτό, έδεναν κατόπιν τα φύλλα του με λεπτό σχοινί και περιζώνονταν μ' αυτά, αντί για κουδούνια, κρατώντας στο χέρι τους το βλαστάρι του φυτού που μοιάζει με κέρατο. Άλλα, πάλι, φορούσαν στη μέση τους κέρατα, που φρόντιζαν να τα μαζεύουν από πριν.

Παλιότερες Σκυριανές Μεταμφιέσεις - Ιστορικά Στοιχεία αποκριάς

Η τριάδα του "γέρου", της "κορέλας" και του "φράγκου" διατήρησε τη συνοχή και την εμφάνισή της μέσα στο χρόνο, δίπλα στις ποικίλες και εναλλασσόμενες μεταμφιέσεις. Παλιότερα, εκτός από τα τρία αυτά μεταμφιεσμένα πρόσωπα, νέοι άνδρες της Σκύρου ντύνονταν "νυφάδες" ή "νύφες", δηλαδή φορούσαν Σκυριανές γαμήλιες στολές, και σε αντίθεση με τη βασική τριάδα, οι εκδηλώσεις τους ήταν σεμνές, κόσμιες και αθόρυβες. Αποτελούσαν έτσι μια ομάδα 5-10 ατόμων, στην οποία ήταν επικεφαλής, ένας άλλος προσωπιδοφόρος, με φουστανέλα ή βράκα και φέσι, επάργυρα πιστόλια και σπαθί, καλούμενος "γιανίτσαρης" ή "γενίτσαρης". Την ομάδα συνόδευε συνήθως ένας οργανοπαίκτης και την ακολουθούσε ένας "γέρος", που κυρίως φύλαγε τις "νυφάδες" και δεν επέτρεπε να τις πλησιάσουν, ώστε να μην προκληθούν ζημιές στις πολύτιμες νυφικές στολές.
Το έθιμο των "νυφάδων", για το οποίο υπάρχουν περιγραφές μέχρι τη δεκαετία του 1920, δεν έχει επιβιώσει στις μέρες μας. Θυμίζει ανάλογο έθιμο στη Νάουσα της Ημαθίας. Εκεί οι νέοι ντύνονται με παραδοσιακές τοπικές στολές και κατάλληλες προσωπίδες, "μπούλες" (δηλαδή νύφες) και "γενίτσαροι", συγκροτούνται σε ομάδες και γυρίζουν την πόλη χορεύοντας κάτω από τους ήχους ζουρνάδων και νταουλιών.
"Κουδουνάτοι" μασκαράδες εμφανίζονται και σ' άλλα μέρη της Ελλάδας. Ιδίως σε ποιμενικούς τόπους, Θεσσαλία, Μακεδονία ("μπαμπόγεροι", "λογκατσάρια") αλλά και στη Χίο, Σμύρνη και αλλού.
Μολονότι το έθιμο των "κουδουνάτων" δεν φαίνεται να υπάρχει μόνο στη Σκύρο, είναι ωστόσο ένα από τα σπάνια αποκριάτικα έθιμα, μοναδικό στην ειδική του μορφή, που διατηρήθηκε για μακρύ χρονικό διάστημα στη Σκύρο και προκάλεσε κάθε λογής κρίσεις και ερμηνείες.

Η ξεχωριστή μορφή των "γέρων" της Σκύρου, επέσυρε από νωρίς την προσοχή πολλών ντόπιων και ξένων παρατηρητών. Τα κείμενά τους προσφέρουν μια ολοκληρωμένη αναπαράσταση για την αποκριάτικη γιορτή και τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών της, όπως την είδαν εδώ κι έναν αιώνα.
Η παλιότερη περιγραφή της Σκυριανής αποκριάς και των "γέρων" είναι του J.C. Lawson, εταίρου της Βρεταννικής Σχολής Αθηνών, που βρέθηκε στη Σκύρο την αποκριά του 1900, παρακολούθησε το "παράδοξο θέαμα" και δημοσίευσε τις εντυπώσεις του στο ετήσιο δελτίο της Σχολής. Περιγράφει το "γέρο" και τα κουδούνια του με λεπτομέρειες, χωρίς να αναφέρει καθόλου "κορέλες" και "φράγκους". Θεωρεί το έθιμο παλαιότατο και κάνει υποθέσεις για την καταγωγή του από "βακχικό ή άλλο θρησκευτικό όργιο".
Η μάσκα και τα κουδούνια φαίνεται πως έκαναν τον Lawson να πιστέψει πως η μεταμφίεση γινόταν με μοναδικό σκοπό να μοιάζει ο "γέρος" με τράγο. Γι' αυτό άλλωστε μιλάει για "χορό ζώων" (beast-dance), ενώ δεν πρόκειται ούτε για χορό ούτε για μεταμφίεση σε ζώα. Είναι βέβαιο πως στη Σκυριανή αποκριά, εκτός από το χαρακτηριστικό τρίο, εμφανίζεται και πλήθος από άλλες φιγούρες ανθρώπων ή ζώων. Η άποψη για το χορό ζώων οφείλεται μάλλον σε παρανόηση.
Η δεύτερη περιγραφή είναι σχεδόν σύγχρονη με του Lawson και προέρχεται από το Σκυριανό σχολάρχη Μιχαήλ Κωνσταντινίδη, που δημοσίευσε το 1901 τη μελέτη του "Η νήσος Σκύρος". Σ' αυτήν αναφέρεται στα ντόπια αποκριάτικα έθιμα, μιλάει για το "γέρο", όπως τον έχουμε ήδη περιγράψει και για τις "νύφες", που τις συνοδεύει ο "γενίτσαρης", τις οποίες όμως δεν ταυτίζει με τις "κορέλες". Επίσης γράφει για διάφορες άλλες αποκριάτικες μασκαράτες (κοσκινάδες, γιατροί, γύφτοι) χωρίς να μνημονεύει το "φράγκο" ή την ενότητα της ομάδας που αναφέραμε.
Το Μάρτιο του 1905, ένας άλλος εταίρος της Βρεττανικής Σχολής Αθηνών, ο Richard Dawkins, οδηγημένος από την περιγραφή του Lawson, πήγε ειδικά στη Σκύρο για να μελετήσει το αποκριάτικο έθιμο. Τις εντυπώσεις του τις δημοσίευσε στο δελτίο της Σχολής. Η περιγραφή του είναι λεπτομερής και προσεκτική. Μας δίνει μια πιστή εικόνα της μασκαρεμένης τριάδας και ιδίως του "γέρου". Για την ερμηνεία του εθίμου σημειώνει απλώς σαν "λαϊκή εξήγηση", την παράδοση του κατεστραμμένου μισότρελου τσοπάνη που φορτώθηκε τα κουδούνια των χαμένων προβάτων του.
Ο Dawkins μαθαίνοντας για τους "κουδουνάτους" της Θράκης, επισκέφθηκε το 1906 τη Βιζύη (Βίζα) στη Θράκη και παρακολούθησε εκεί την αποκριάτικη παράσταση των "καλόγερων", στην οποία μετέχουν και δύο "καλόγεροι", κουκουλωμένοι με προβιές και ζωσμένοι λίγα κουδούνια. Σε μελέτη που δημοσίευσε, υποστηρίζει πως το Θρακικό έθιμο αποτελεί επιβίωση της Διονυσιακής λατρείας και αναπαριστάνει το θαύμα της ανοιξιάτικης αναγέννησης της φύσης. Μ' αυτή τη βάση, συσχετίζοντας τους "κουδουνάτους" της Θράκης και της Σκύρου, επεκτείνει τη θεωρία - με μάλλον αυθαίρετους συλλογισμούς - στην αποκριάτικη μασκαράτα της Σκύρου, υποθέτοντας ότι ερημώθηκε το νησί από το Βενετσιάνικο στόλο στα μέσα του 17ου αιώνα και στη συνέχεια αποικίστηκε από Θράκες.
Την ίδια εποχή (1905-1906) επισκέφθηκε τη Σκύρο ο Γερμανός αρχαιολόγος καθηγητής Karl Fredrich. Αναφερόμενος στις παραδοσιακές τοπικές γιορτές, μνημονεύει και τα αποκριάτικα έθιμα. Περιγράφει με συντομία την τριάδα "γέρου", "κορέλας" και "φράγκου" και χωρίς να προχωρεί σε ερμηνείες υπενθυμίζει την πιθανή σχέση ανάμεσα στο γυναικείο ντύσιμο των αγοριών και στη γνωστή μυθολογική μεταμφίεση του Αχιλλέα.
Τα άρθρα του Lawson και του Dawkins, διάβασε ο Σκυριανός γυμνασιάρχης και ιστορικός Δημήτριος Παπαγεωργίου, που δημοσίευσε το 1910 μια μελέτη για τις Σκυριανές αποκριές στο περιοδικό "Λαογραφία". Βρίσκει την ευκαιρία να σημειώσει τα σφάλματα και τις παρεξηγήσεις που ήταν φυσικό να κάνουν οι ξένοι επισκέπτες, αφού για πρώτη φορά αντίκριζαν το θέαμα. Εξιστορεί τις αποκριάτικες συνήθειες, όπως τις έζησε κι ο ίδιος, αποκρούει ανεπιφύλακτα την υπόθεση του χορού των ζώων και την προσθήκη του "φράγκου" στην αρχική δυάδα και επαναλαμβάνει τις άλλες αποκριάτικες μεταμφιέσεις ("νύφες", "φουστανελάδες", "γενίτσαροι", κλπ.).
Ο Παπαγεωργίου, δίνοντας τη δική του περιγραφή, διαπιστώνει πως δύο είναι οι κύριοι τύποι της αποκριάτικης μασκαράτας στη Σκύρο. Ο πρώτος περιλαμβάνει τις "νυφάδες", που τις προστατεύει ο "γενίτσαρης"· ο δεύτερος τύπος περιλαμβάνει τις ομάδες των "γέρων" με τις "κορέλες". Ο Παπαγεωργίου αναφέρεται και στις δύο λαϊκές εξηγήσεις που κυκλοφορούσαν στην εποχή του. Προσπαθώντας να ερμηνεύσει το έθιμο θεωρεί τις λαϊκές εξηγήσεις ως μυθεύματα και φαίνεται να προσχωρεί στην άποψη περί επιβίωσης της Διονυσιακής λατρείας.
Στα επόμενα χρόνια πλήθυναν οι αναφορές στις Σκυριανές αποκριές και έχουμε αρκετές περιγραφές και ερμηνείες. Παράλληλα τα τελευταία χρόνια μια σειρά άρθρων σε εφημερίδες, κινηματογραφικών ταινιών μικρού μήκους - σημειώνουμε το ντοκιμαντέρ "Ο χορός των τράγων της Σκύρου" του Παντελή Βούλγαρη - και τηλεοπτικών προβολών (αφιερώματα σε εκπομπές της ΕΡΤ), πέτυχαν μια εντυπωσιακή παρουσίαση της Σκυριανής αποκριάς στο ευρύτερο ελληνικό κοινό.

Σκυριανές Εκδηλώσεις αποκριάς

Οι Σκυριανές αποκριές, εκτός από τις παραδοσιακές εκδηλώσεις των μεταμφιεσμένων σε "γέρους", "κορέλες" και "φράγκους", είχαν και μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή. Ήταν οι πρόχειρες υπαίθριες θεατρικές παραστάσεις και απαγγελίες σατυρικών στίχων, από ερασιτέχνες ποιητές και ηθοποιούς. Το έθιμο αυτό φαίνεται ότι είχε μακρύτατες χρονικές ρίζες στη Σκύρο.
Η αποκριάτικη σάτιρα εκφραζόταν με δύο τρόπους:
α) από ομίλους σε στυλ θιάσου και β) από μεμονωμένους ρήτορες και ποιητές.

Οι θεατρικοί όμιλοι ήταν προσωρινοί, γιατί εμφανίζονταν μόνο στις αποκριές. Οι μεταμφιέσεις των "ηθοποιών" ήταν πρόχειρες, αντίθετα από τις φορεσιές του "γέρου" και της "κορέλας" που είναι τελετουργικά τυπικές και φυλάγονται όλο το χρόνο με ξεχωριστή επιμέλεια στα μπαούλα για να διατηρούνται καθαρές και καινούργιες. Η παράσταση αποτελούνταν συνήθως από 3 έως 6 πρόσωπα και ο διάλογος γινόταν σε έμμετρους στίχους. Δεν υπήρχαν μόνιμα αποκριάτικα έργα, αλλά κάθε χρόνο γράφονταν και παίζονταν νέα, επειδή έπαιζε ρόλο η επιλογή επίκαιρων και καυτών θεμάτων.
Η δεύτερη μορφή παρουσίασης ήταν η απαγγελία της έμμετρης σάτιρας. Στην περίπτωση αυτή δεν υπήρχαν περισσότερα πρόσωπα, αλλά οι στίχοι απαγγέλλονταν από ένα άτομο που άλλοτε ήταν ο ίδιος ο ποιητής και άλλοτε ένας "ειδικός εκτελεστής" που είχε την άδεια του συγγραφέα. Το περιεχόμενο ήταν παρόμοιο με του θεατρικού κειμένου.
Τα αποκριάτικα αυτά κείμενα είναι συνήθως εξαιρετικά και κατέχουν ξεχωριστή θέση όχι μόνο στη λαογραφία, αλλά και στη λαϊκή λογοτεχνία του Σκυριανού λαού. Σ' αυτά βρίσκει κανείς βαθύτερα στοιχεία, πληροφορίες και αλήθειες της Σκυριανής ζωής.
Τις τελευταίες δεκαετίες, στις αποκριάτικες εκδηλώσεις του Χωριού, παίρνουν μέρος οργανωμένοι σε ιδιαίτερους ομίλους και οι ψαράδες του Μώλου και της Λιναριάς. Οι εμφανίσεις των ομίλων αυτών, έχουν έντονο το χαρακτήρα της επαγγελματικής και κοινωνικής τους ζωής και οργάνωσης· μ' αυτές εκφράζεται η ιδιαίτερη αντίληψη που έχουν για τη ζωή και το γλέντι, σε σχέση με τις άλλες κοινωνικές ομάδες του νησιού. Η εμφάνιση τους γίνεται με αυτοσχέδια "άρματα" ψαράδικου ή γενικότερα ναυτικού περιεχομένου και σχετικούς διαλόγους. Οι ψαράδες αναπαριστώντας τη ναυτική ζωή, οργανώνουν την "τράτα" και σατιρίζουν έμμετρα καταστάσεις και γεγονότα που αφορούν την κοινωνική ζωή της Σκύρου.
Την Καθαρή Δευτέρα σχεδόν όλοι οι Σκυριανοί, ντυμένοι με παραδοσιακές τοπικές στολές, κατεβαίνουν στην πλατεία του χωριού, τραγουδούν και χορεύουν Σκυριανά τραγούδια.

ΠΗΓΗ:http://www.paidika.gr